Το Βλέμμα και η Περιπέτεια
Παναγιώτης Βασάλος

από τον Pan D. Wassel
Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ του Δημήτρη Αθανίτη
Ο κινηματογράφος ως αναπαραστατική τέχνη και οι εικόνες που παρέχει φέρουν μέσα τους έννοιες, όμως πριν απ’ όλα αποτελούν μορφικά υποκείμενα. Μέσω της οπτικής και νοητικής διαδικασίας συνάπτεται μια εναλλαγή «εισόδου» – «εξόδου» από τις εικόνες, καθώς καταφέρνουμε να τοποθετούμε την κάθε εικόνα και τον εαυτό μας πρόσωπο με πρόσωπο.
Εν τοιαύτη περιπτώσει «Η Περιπέτεια του Βλέμματος» αποτελεί μια παλίνδρομη κίνηση εισόδου – εξόδου στις εκάστοτε σεκάνς, καλώντας μας αφενός να εισέλθουμε και να αφεθούμε στο λίκνισμά τους και αφετέρου να αποδεσμευτούμε, να κρατήσουμε τις αποστάσεις μας και να τις επεξεργασθούμε.
Με αυτόν τον τρόπο υιοθετείται η συνεχής μετάβαση από την περιγραφή στην ερμηνεία και αντίστροφα, ίδιον της διαλεκτικής – λειτουργικής τέχνης, που υπηρετεί ευλαβικά ο Δημήτρης Αθανίτης.
Επιπλέον η αναγωγή των επιμέρους στοιχείων ενός εικαστικού έργου, όπως «Η Περιπέτεια του Βλέμματος» στις έννοιες που μορφοποιούνται από αυτά, καταδεικνύει την πλατωνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ρητορική (αφήγηση ενός έργου) πρέπει να υποτάσσεται στην φιλοσοφία και η φιλοσοφία οφείλει να στηρίζεται στην ρητορική (αφήγηση), προκειμένου να διατυπώνει τα βαθύτερα και υψηλότερα νοήματά της.
Αυτά τα βαθύτερα και υψηλότερα νοήματα επιτελεί η ταινία, η οποία αποτελεί παράθυρο στο Αόρατο (Βλέμμα = ψυχή) και όχι τέχνη που υπάρχει μόνο για να μεταδώσει μιμητικά μια εικόνα του κόσμου στον αποδέκτη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ταινία συνιστά τέχνη οντολογική, η οποία δανείζεται το περιεχόμενο της μορφής από το Αόρατο, ενώ η απόδοση των εικόνων συνιστά μια βουτιά στα βάθη του «Είναι», τα οποία αποκαλύπτονται και αναδύονται σε μια διάσταση που θα παρέμενε άγνωστη χωρίς την εικόνα.
Ο σκηνοθέτης, ένας δεξιοτέχνης του φαντασιακού, ένας τεχνίτης της απουσίας, ένας δημιουργός μιας προσομοίωσης, δεν μιμείται τίποτα, παρά σημεία εικόνας χωρίς τέχνη. Γι’ αυτό η τέχνη του είναι δισδιάστατη, διότι το δισδιάστατο στοιχείο ανοίγεται σε μια σχέση «πρόσωπο με πρόσωπο».
Η μη απτότητα της τέχνης του σκηνοθέτη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της υπερβατολογικής εικόνας, του «Βλέμματος», δημιουργώντας την απαραίτητη απόσταση από το πρωτότυπο πρόσωπο προκειμένου να υπάρξει η πνευματική διαδρομή προς αυτό, η οποία είναι διαδρομή ελευθερίας του ανθρώπινου φαντασιακού.
Αντιθέτως το τρισδιάστατο ορατό, που ακολουθεί ο ρεαλισμός ή ο νατουραλισμός, αποτελεί μια «αγορά» που δεν σταματά να σκοτώνει κάθε ελπίδα ελευθερίας, διότι συμβάλλει ακόμα περισσότερο στην αλλοτρίωση της ανθρώπινης συνείδησης, καθώς προσφέρει ως απατηλή αίσθηση την αναπαραγωγή της κοσμικής πραγματικότητας.
Και ως γνωστόν ένας απατηλός κόσμος είναι ένας υποταγμένος κόσμος, ο οποίος ικανοποιείται εντός μιας ηδονιστικής διάστασης και δεν είναι ένας κόσμος «παραδιδόμενος» στο αίσθημα της δίψας, το οποίο συντηρεί η δισδιάστατη εικόνα.
Και ως γνωστόν ένας απατηλός κόσμος είναι ένας υποταγμένος κόσμος, ο οποίος ικανοποιείται εντός μιας ηδονιστικής διάστασης και δεν είναι ένας κόσμος «παραδιδόμενος» στο αίσθημα της δίψας, το οποίο συντηρεί η δισδιάστατη εικόνα.
Ο αληθινός κόσμος διψά για να δει το «αόρατο», το «Βλέμμα και την περιπέτειά του», διψά να ακούσει φωνές που δεν υπάρχουν, φωνές που μας δένουν στο κατάρτι όπως τον Οδυσσέα για να μας προφυλάξουν από την καταστροφή.
Κατά συνέπεια, η ταινία δεν αποδίδει το ορατό, αλλά κάνει κάτι ορατό, ώστε να επικοινωνήσει ο θεατής με αθέατες καταστάσεις. Η κατεύθυνση του «Βλέμματος», η «Περιπέτειά» του μέσα απ’ όλες τις εκφάνσεις (σεκάνς) που προσλαμβάνει στην ταινία, μαρτυρά ότι ο θεατής αποτελεί σημείο αναφοράς για τον σκηνοθέτη και το έργο επιζητά να επικοινωνήσει με τον θεατή, καθώς υπάρχει πρόθεση κίνησης των μορφών προς τον θεατή και σύναψη αισθητικής σχέσης μαζί του.
Τα «Βλέμματα» όχι ως «αληθινές υποστάσεις», αλλά ως εμφανίσεις μιας νοητής – ψυχικής πραγματικότητας μέσα στον αισθητό κόσμο, συνιστούν το αναγκαίο υπόβαθρό της ταινίας. Έτσι ο σκηνοθέτης ως νεοπλατωνικός στοχαστής διατυπώνει ότι η υπόσταση είναι ιδέα, που εδρεύει στα ανώτερα πνευματικά – υπερβατολογικά πεδία και δεν έρχεται σε επαφή με τα κατώτερα φυσικά, διότι ούτε θέλει ούτε μπορεί να κινείται προς τα κάτω, όπως η φύσις, το είδωλο, η μίμηση της υποστάσεως.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε ο σκηνοθέτης προκειμένου να συμπορευτεί με την άχρονη αφήγηση της ταινίας, η οποία δεν συμβιβάζεται με την τοποθέτησή της σε ένα πραγματικό, αλλά μόνο σε ένα υπεραισθητό χωροχρόνο, αυτόν του «Βλέμματος» (πομπού = εικόνας και αποδέκτη = θεατή).
Σκοπός αυτού του ιδεώδους ήταν ο θεατής να μπορέσει να ατενίσει με την εσωτερικότητά του, με το εσωτερικό του «Βλέμμα», έναν κόσμο αόρατο ως φαντασιακή αναπαράσταση ενός άλλου κόσμου πέραν των ανθρώπινων αισθήσεων, ένα κόσμο θαυμάσιο και μοναδικό.
Εν τοιαύτη περιπτώσει το έργο, δεν επιδιώκει να «φωτογραφήσει» αυτό που βλέπουμε με την όραση και να το τοποθετήσει μέσα σε έναν άλλο χωροχρόνο, ο οποίος ανοίγεται πίσω από την κινηματογραφική επιφάνεια, με τη βοήθεια της γεωμετρικής προοπτικής και των φωτοσκιάσεων, αποστασιοποιημένο από τον θεατή.
Αντιθέτως, το σημείο αναφοράς του έργου βρίσκεται μπροστά από την κινηματογραφική επιφάνεια, με τον ίδιο το θεατή να είναι η εστία του έργου και να αποτελεί την κορυφή ενός οπτικού κώνου, που συνδέεται με τα επιμέρους στοιχεία των εικόνων, δηλαδή τα πολλαπλά σημεία φυγής του βλέμματος.
Με αυτόν τον τρόπο ο σκηνοθέτης εγκαταλείπει πλήρως τον παθητισμό, που δεν καλλιεργεί τη διάνοια, αλλά αντιθέτως εξάπτει το συναίσθημα και διεγείρει εθιστικά τον ηδονισμό.
27-12-2023
27-12-2023