Μυστικές Συναντήσεις
συνέντευξη με την Άντα Νταλιάκα
Έθνος 18/6/2018
Έθνος 18/6/2018

Είναι φτώχια να μην ακούει ο ένας τον άλλον
Ο σκηνοθέτης της «Πόλης των θαυμάτων» εξηγεί την ανάγκη που τον οδήγησε στη συγγραφή των «Μυστικών Συναντήσεων»
Συνέντευξη στην Άντα Νταλιάκα 10-6-2018 ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Δίπλα στον Μιχάλη Κακογιάννη, ο Κώστας Καφάσης. Δίπλα στον Μπεν Γκαζάρα και τον Κλωντ Σαμπρόλ, ο Σίμος ο Υπαρξιστής. Μαζί με την Μαργαρίτα Καραπάνου, ο Λεωνίδας Χρηστάκης. Όλοι τους «ήρωες» ή καλύτερα πρόσωπα των «μυστικών Συναντήσεων» (εκδόσεις Αγγελάκη) του Δημήτρη Αθανίτη, όπου οι κινηματογραφικές αναζητήσεις και τα προσωπικά βιώματα του σκηνοθέτη (Αντίο Βερολίνο, 2000+1 Στιγμές, Η Πόλη των θαυμάτων, Invisible) που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού σινεμά σήμερα, συμπορεύονται με το φανταστικό, το οποίο ο ίδιος έχει φιλτράρει μέσα από το πρίσμα της φιλμογραφίας του. Λάτρης του αστικού τοπίου (εξ ου και οι αρχιτεκτονικές του σπουδές), καλλιτέχνης της «παρατήρησης» και αρχιτέκτονας ενός φιλμικού σύμπαντος στο οποίο η μουσική και οι αθέατες πλευρές της πόλης έχουν μια ξεχωριστή θέση, ο Δημήτρης Αθανίτης μας μιλά για το βιβλίο του και τα «μυστικά του» που ταξιδεύουν εδώ και λίγο καιρό ανά την Ελλάδα.
Ποια ανάγκη οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου;
Από παιδί μου άρεσε να παρακολουθώ τους ανθρώπους γύρω μου. Για μένα, η ζωή δεν είναι, παρά μια σειρά από συναντήσεις με πρόσωπα. Και είχα την τύχη να συναντήσω πολλά, πάρα πολλά. Γράφοντας, θέλησα να κρατήσω το άρωμα από κάποιες μοναδικές συναντήσεις, αυτές τις ιδιαίτερες στιγμές που κινδυνεύουν να σβύσουν από την μνήμη, και να τις συνθέσω σαν ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο, στις πόλεις και στα πρόσωπα.
Aναφέρεστε σε συναντήσεις πραγματικές αλλά και φανταστικές. Είναι οι «Μυστικές συναντήσεις» μια εναλλακτική αυτοβιογραφία;
Όλες οι συναντήσεις στο βιβλίο είναι πραγματικές. Απλά κάποιες δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν για αντικειμενικούς λόγους, που δηλώνονται. Ωστόσο όλες αναφέρονται σε ισχυρά προσωπικά μου βιώματα. Κι αυτό είναι για μένα το πιο σημαντικό. Βέβαια στο βιβλίο, δεν περιορίζομαι σε μια απλή καταγραφή.
Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι πράγματι συνέχεια παρόν. Το ξετύλιγμα του προσωπικού μίτου είναι ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στα εικοσιπέντε κεφάλαια και στα πρόσωπα που συναντώ. Κι ενώ πρόκειται για αυτόνομες ιστορίες, τελικά μπορεί να σου δώσει την αίσθηση ότι διαβάζεις ένα ενιαίο αφήγημα, σχεδόν ένα μυθιστόρημα.
Γιατί επιλέξατε τα συγκεκριμένα πρόσωπα;
Στο βιβλίο μιλάω για πρόσωπα κυρίως γνωστά. Υπάρχουν όμως και πρόσωπα άγνωστα, πρόσωπα περιθωριακά ή ακόμη και πρόσωπα ενός στενού δικού μου περιβάλλοντος. Κριτήριο μου ήταν η αυθεντικότητα των προσώπων, όχι οι κοινωνικές ταμπέλες και τα κλισέ.
Πόσο ανοιχτοί είμαστε σήμερα, στην διαπροσωπική επαφή;
Συναντάς πράγματι όλο και πιο συχνά, μια αυτοαναφορά στους ανθρώπους. Μια αδυναμία, μια αδιαφορία να ακούσει ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι φτώχεια και δυστυχία. Ο προσωπικός κόσμος χωρίς τους άλλους είναι ανύπαρκτος. Οι άνθρωποι είναι πράγματι πλανήτες, άλλοι μικροί άλλοι μεγαλύτεροι. Μπορείς να ανακαλύψεις την ίντριγκα, το ερωτικό πάθος, την έμπνευση, εκεί που δεν το φαντάζεσαι. Αν δεν μπεις στο ξένο ταξίδι, δεν θα μπεις ποτέ στο δικό σου. Αν δεν αφουγκραστείς τον άλλον, δεν θα νιώσεις να βγαίνουν πραγματικά οι επιθυμίες σου.
Ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη φιλία σας με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη και τη συμμετοχή σας στο «Ράδιο Μόσχα» απέναντι στον Χάρρυ Κλυνν. Ποια ανάμνηση κρατάτε από εκείνους;
Ήταν και οι δύο πολύ ιδιαίτεροι. Σαν να είχαν επινοήσει οι ίδιοι τον εαυτό τους. Μου έδιναν την αίσθηση ότι κινούνται με το ένστικτο και μόνο. Ο Χάρρυ ήταν απίστευτα πληθωρικός. Με τον Νίκο είχαμε γίνει κάτι σαν κινηματογραφικοί Διόσκουροι μέσα από τις πρώτες ταινίες μας. Κι αυτό είχε γίνει αυτόματα, χωρίς σχεδόν να χρειαστεί να πούμε λέξη. Και φυσικά μέσα και από τη μουσική. Δεν μου έχει συμβεί ποτέ ξανά κάτι τέτοιο.
Στα ταξίδια σας στο παρελθόν θυμάστε τις πρώτες σας ταινίες. Νοσταλγείτε εκείνη την εποχή;
Ήταν ωραίες στιγμές, με φοβερή τρέλλα και απίστευτη ελευθερία. Δεν διστάζαμε να ρισκάρουμε τα πάντα ακολουθώντας τον δρόμο της καρδιάς και τις επιθυμίες μας. Ο «Διάβολος» είναι μια ταινία που έγινε κόντρα σε κάθε σύμβαση. Όμως δεν νοσταλγώ τίποτε. Ζω το ίδιο δυνατά τις σημερινές μου κινηματογραφικές επιλογές, που παραμένουν ανήσυχες και προκλητικές για τη κυρίαρχη λογική και το «πολιτικά ορθό». Με το σινεμά ζω μια σειρά από «Μυστικές Συναντήσεις» με απροσδόκητα κεφάλαια, τις ίδιες τις ταινίες μου.
Στην τελευταία σας ταινία, το «Invisible» (2016), ένας άνεργος πατέρας έρχεται αντιμέτωπος με την οικονομική κρίση σε ένα σκληρό δράμα. Πως αντιλαμβάνεστε ως Έλληνας πολίτης, το τέλος των μνημονίων;
Το «Invisible» είναι μια βαθιά αισιόδοξη ταινία αφού μιλά για κάποιον που αντιδρά. Για κάποιον που δεν φοβάται να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.
Το «Invisible» είναι μια βαθιά αισιόδοξη ταινία αφού μιλά για κάποιον που αντιδρά. Για κάποιον που δεν φοβάται να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.
Βέβαια, οι καταστάσεις που ζούμε σαν χώρα και η σοκαριστική παθητικότητα δεν επιτρέπουν αισιοδοξία. Παρουσιάζοντας όμως τον «Αόρατο» σε τριάντα πόλεις σε όλη την Ελλάδα, είδα τους ανθρώπους να μην το βάζουν κάτω, να παίρνουν πρωτοβουλίες. Και τώρα που κάνω ένα ντοκιμαντέρ για τις στοές στο κέντρο της πόλης, συναντώ πρόσωπα που επιμένουν να δημιουργούν σε τρομερά αντίξοες συνθήκες. Αυτές οι συναντήσεις με γεμίζουν αισοδοξία.
Για το αύριο, πραγματικά, δεν ξέρω τίποτε. Μου φαίνονται όλα εξαιρετικά ρευστά. Έχω όμως την αίσθηση ότι υπάρχει μια υπόγεια κινητικότητα κι όχι μόνο στην Ελλάδα. Όταν το 1993 παρουσίαζα στη Δράμα την πρώτη μικρού μήκους μου «Φιλοσοφία», που με αφορμή τον πόλεμο στο Σεράγεβο μιλούσε για επέκταση των πολέμων στα Βαλκάνια, κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και τελείωνε με τον Πρόεδρο να κυρήσσει πτώχευση, μου έδωσαν το Βραβείο Φανταστικού. Λίγα χρόνια αργότερα, όλα αυτά ήταν πραγματικότητα.


